Η δημοσιονομική απογραφή του 2009 από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή και στη συνέχεια η αναθεώρηση του ΑΕΠ καταρράκωσαν την αξιοπιστία της Ελλάδας καθιστώντας εξαιρετικά αδύναμη τη χώρα στην κρίση.

Οπρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έχει δεχθεί κριτική για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, που άνοιξε τον δρόμο για τη μεγάλη οικονομική - κοινωνική κρίση της περιόδου 2010 - 2015.

Ωστόσο, ακόμα πιο καθοριστικό ρόλο στη κρίση του 2010 - 2015, κρίση που έφερε την χώρα αντιμέτωπη με το Grexit, έπαιξε η περίφημη δημοσιονομική απογραφή που πραγματοποίησε η κυβέρνηση Καραμανλή. 

Η δημοσιονομική απογραφή, μαζί με την αναθεώρηση του ΑΕΠ κατά +26% λίγα χρόνια μετά, προκάλεσαν σοβαρά πλήγματα στην αξιοπιστία της χώρας απέναντι στις αγορές και στους ευρωπαίους εταίρους, πολλαπλασιάζοντας τις επιπτώσεις της κρίσης και οδηγώντας τελικά την κατάσταση εκτός ελέγχου.

Το 2009 - 2010 η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε μόνο ένα δημοσιονομικό αδιέξοδο αλλά και μια βαθιά κρίση αξιοπιστίας. Και πώς να πάρεις σοβαρά μια χώρα που δεν μπορεί να υπολογίσει σωστά τα βασικά μεγέθη της οικονομίας της ή που αλλάζει συνεχώς τα δημοσιονομικά της στοιχεία;

Τις ευθύνες των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή, κατά την περίοδο 2004  2009, υπενθύμισε ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, μιλώντας στο ντοκιμαντέρ των δημοσιογράφων Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού.

«Θεωρώ πως έκανα ένα σοβαρό λάθος. Και αυτό ήταν ότι δεν έθεσα ενώπιον των ευθυνών της την ελληνική κυβέρνηση του Καραμανλή γιατί αφελώς τον πίστευα. Και αυτό είναι το μόνο πραγματικό λάθος που έκανα», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η κρίση του 2009 – 2010 βρήκε τη χώρα με βαριά τραυματισμένη αξιοπιστία, λόγω προηγούμενων κεντρικών επιλογών των κυβερνήσεων Καραμανλή, με αποτέλεσμα οι αναθεωρήσεις του 2010 για το μέγεθος του ελλείμματος να λειτουργήσουν σαν χαριστική βολή.

Οι συνεχείς αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών μεγεθών από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και αργότερα του ΠΑΣΟΚ δεν αποτέλεσαν απλώς μνημείο μικροκομματικής αντιπαράθεσης, αλλά επιλογές που υπονόμευσαν βαθιά την αξιοπιστία της χώρας με βαριές επιπτώσεις στη συνέχεια.

Η εικόνα της Ελλάδας ως χώρας με αναξιόπιστα οικονομικά στοιχεία κυριάρχησε τότε στον διεθνή δημόσιο διάλογο, τροφοδοτώντας ακόμη και ακραίες φωνές που αμφισβητούσαν την παρουσία της χώρας στην ευρωζώνη.

Μια επιλογή με βαριές συνέπειες

Κατά την προεκλογική περίοδο του 2004, η ΝΔ κατηγόρησε την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη για διαφθορά, διαπλοκή και κομματικοποίηση του κράτους.

Παράλληλα, έθεσε στο επίκεντρο της αντιπολιτευτικής της τακτικής την αμφισβήτηση της θετικής πορείας της οικονομίας που παρουσίαζε το ΠΑΣΟΚ, με στόχο να ανατρέψει το αφήγημα της «ισχυρής οικονομίας».

Ο Κώστας Καραμανλής και κορυφαία στελέχη της ΝΔ αμφισβητούσαν ανοιχτά τα δημοσιονομικά στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος, κατηγορώντας την κυβέρνηση για εκτεταμένη χρήση «δημιουργικής λογιστικής» και κατασκευασμένη εικόνα της οικονομίας.

Η ΝΔ δεν ισχυριζόταν απλώς ότι το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί λανθασμένη οικονομική πολιτική, αλλά ότι αποκρύπτει την πραγματική κατάσταση της οικονομίας μέσω «μαγειρεμένων» στοιχείων, παρότι αυτά είχαν εγκριθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές.

Κεντρική προεκλογική δέσμευση της ΝΔ ήταν η αποκάλυψη της «πραγματικής εικόνας» της οικονομίας μέσω δημοσιονομικής απογραφής.

Όπως και έγινε.

Στις 11 Μαρτίου 2004, μόλις τέσσερις ημέρες μετά τις εκλογές, ο νέος υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης ανακοίνωσε τη διενέργεια δημοσιονομικής απογραφής για το 2003.

Επρόκειτο για μια κίνηση με τεράστιες επιπτώσεις για τη χώρα.

Αν και ο αρχικός στόχος της κυβέρνησης ήταν να εκθέσει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ, οι εξελίξεις πήραν διαστάσεις που δεν φαίνεται να είχαν υπολογιστεί.

Από την απογραφή προέκυψε ότι το έλλειμμα του 2003 ήταν 5,6% και όχι 1,7%, όπως είχε παρουσιαστεί προηγουμένως και είχε πιστοποιηθεί από τη Eurostat.

Η δραστική αλλαγή των στοιχείων προκάλεσε την παρέμβαση της Κομισιόν, η οποία προχώρησε σε αναθεώρηση των ελληνικών δημοσιονομικών δεδομένων μέχρι και το 1997, συμπεριλαμβανομένου του 1999 - της κρίσιμης χρονιάς ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ.

Με την απογραφή του 2004 διαπιστώθηκε ότι το έλλειμμα του 1999 ήταν τελικά 3,07%, δηλαδή οριακά υψηλότερο από το όριο του 3% που προέβλεπαν τα κριτήρια του Μάαστριχτ.

Μπορεί η διαφορά να ήταν μικρή, ωστόσο σε επίπεδο διεθνών εντυπώσεων επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα.

Για πρώτη φορά, μια εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση για την οικονομία μεταφερόταν ευθέως στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εκθέτοντας συνολικά τη χώρα.

Η απογραφή εξέθεσε ακόμη και τη Eurostat, η οποία είχε εγκρίνει τα προηγούμενα ελληνικά στοιχεία.

Η υπέρβαση του ορίου του ελλείμματος κατά 0,07% μετέτρεψε την Ελλάδα σε «κόκκινο πανί» για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μέσα ενημέρωσης.

Η Ελλάδα έγινε πρώτο θέμα στον διεθνή Τύπο, με δημοσιεύματα που αμφισβητούσαν αν έπρεπε ποτέ να είχε ενταχθεί στο ευρώ.

Από την απογραφή στο… Αλογοσκούφης υπερσπίζεται Σημίτη

Ο Γιώργος Αλογοσκούφης, προκειμένου να αλλάξει την τροπή της υπόθεσης, και της αμφισβήτησης για αν η Ελλάδα θα έπρεπε να ενταχθεί στο ευρώ, βρέθηκε στην παράδοξη θέση να υπερασπίζεται στην ΕΕ τη μεθοδολογία που είχε ακολουθήσει η κυβέρνηση Σημίτη την περίοδο 1997-1999, όταν αρκετές χώρες ζητούσαν νέα διερεύνηση των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ.

Η Ελλάδα είχε αξιοποιήσει τις τότε λογιστικές δυνατότητες και τους κανόνες που ίσχυαν στην ΕΕ, προκειμένου να βελτιώσει τις δημοσιονομικές της επιδόσεις.

Όμως δεν ήταν η μόνη.

Ακόμη και μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες αξιοποίησαν με ευελιξία τους κανόνες του Μάαστριχτ.

Η Γερμανία δεν συμπεριέλαβε πλήρως το κόστος της επανένωσης, η Γαλλία άφησε εκτός ορισμένες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, ενώ η Ιταλία και το Βέλγιο προχώρησαν σε λογιστικές κινήσεις και swaps για να βελτιώσουν τα δημοσιονομικά τους μεγέθη.

Λογιστικά παιχνίδια

Η αύξηση των ελλειμμάτων μετά την απογραφή δεν προέκυψε επειδή βρέθηκαν «κρυμμένα» ή πλαστά στοιχεία, όπως υποστήριζε προεκλογικά η ΝΔ.

Η βασική αλλαγή προήλθε από τη διαφορετική μεθοδολογία καταγραφής των εξοπλιστικών δαπανών.

Η κυβέρνηση Σημίτη κατέγραφε τις αμυντικές δαπάνες κατά την παραλαβή του εξοπλισμού, ενώ η κυβέρνηση Καραμανλή επέλεξε να τις καταγράφει κατά την παραγγελία.

Η αλλαγή αυτή μεταμόρφωσε δραστικά την εικόνα των δημοσιονομικών μεγεθών.

Αλλαγές προέκυψαν και από την αναθεώρηση πλεονασμάτων ασφαλιστικών ταμείων, τη χρονική καταγραφή εσόδων και άλλες λογιστικές προσαρμογές.

Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση της ΝΔ επιχείρησε να εκθέσει την προηγούμενη κυβέρνηση μέσω αλλαγής των μεθοδολογικών κανόνων, προκαλώντας τελικά ένα άνευ προηγουμένου πλήγμα στην αξιοπιστία της χώρας.

Το ειρωνικό είναι ότι το 2006 η Eurostat αποφάσισε πως η ορθή μέθοδος καταγραφής των εξοπλιστικών δαπανών ήταν τελικά εκείνη που χρησιμοποιούσε πριν η Ελλάδα - δηλαδή η καταγραφή κατά την παραλαβή του υλικού.

Η αναθεώρηση και τα «Ελληνικά κόλπα»

Και ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής αμφισβήτησης, ακολούθησε ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα.

Το φθινόπωρο του 2006, η τότε ΕΣΥΕ ανακοίνωσε αναθεώρηση του ΑΕΠ κατά 25,6%, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις διεθνώς.

Η Wall Street Journal δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Ελληνικά Κόλπα», ασκώντας ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική στην ελληνική αναθεώρηση του ΑΕΠ.

Οι Financial Times έγραψαν ότι «το αρχαιότερο επάγγελμα δίνει ώθηση στο ελληνικό ΑΕΠ», ενώ η Guardian και το CNN σατίρισαν την ελληνική στατιστική εικόνα.

Αν και η συμβολή παράνομων δραστηριοτήτων, όπως η πορνεία και τα ναρκωτικά, ήταν περιορισμένη, η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Η Κομισιόν απέρριψε την αναθεώρηση, θεωρώντας ότι στόχος ήταν η τεχνητή μείωση του λόγου χρέους και ελλείμματος προς ΑΕΠ.

Η κρίση αξιοπιστίας και η χαριστική βολή

Η κρίση αξιοπιστίας δεν δημιουργήθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών πολιτικών χειρισμών, στατιστικών αναθεωρήσεων και συγκρούσεων που σταδιακά υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη των αγορών και των ευρωπαϊκών θεσμών απέναντι στην Ελλάδα.

Στις 2 Οκτωβρίου 2009, δύο ημέρες πριν τις εκλογές, οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν την Κομισιόν ότι το έλλειμμα για το 2009 θα έκλεινε κοντά στο 6%.

Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμούσε ότι το έλλειμμα κινούνταν ήδη κοντά στο 10% στο εννεάμηνο, με δυναμική να ξεπεράσει το 12% στο τέλος του έτους.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και δημοσιονομικής πίεσης, συνέχιζε να δίνει εκτιμήσεις που απείχαν σημαντικά από την πραγματική εικόνα.

Μετά τις εκλογές, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε νέα αναθεώρηση των στοιχείων.

Στις 21 Οκτωβρίου 2009, ο νέος υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου ανακοίνωσε ότι το έλλειμμα δεν ήταν 6%, αλλά 12,5%.

Για τα δημοσιονομικά δεδομένα μιας χώρας, μια τόσο μεγάλη αναθεώρηση μέσα σε λίγες ημέρες θεωρήθηκε αδιανόητη.

Ακολούθησε κατακλυσμός.

Με την αξιοπιστία της Ελλάδας ήδη βαριά τραυματισμένη, οι νέες αναθεωρήσεις αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε πλέον ως μια χώρα χωρίς αξιόπιστο στατιστικό και δημοσιονομικό πλαίσιο.

Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε χαρακτηριστικά:

«The game is over — χρειαζόμαστε σοβαρά στατιστικά στοιχεία».

Από τον Δεκέμβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2009 τα ελληνικά στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος άλλαξαν τέσσερις φορές.

Οι ευρωπαϊκές αρχές έθεσαν την Ελλάδα σε καθεστώς αυστηρής επιτήρησης, ενώ η Eurostat ξεκίνησε εκτεταμένη έρευνα για το τι πραγματικά συνέβαινε με τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία.

Η έρευνα αποκάλυψε ένα διοικητικό χάος: καθυστερημένες καταγραφές, ασύνδετες υπηρεσίες, ελλιπή στοιχεία, παρεμβάσεις, λάθη και συνεχή μεταβολή των αριθμών.

Η διεθνής εμπιστοσύνη προς την Ελλάδα είχε πλέον καταρρεύσει.

Με την ανακοίνωση των αναθεωρημένων στοιχείων για το έλλειμμα το φθινόπωρο του 2009, η κατάσταση τέθηκε οριστικά εκτός ελέγχου, ανοίγοντας τον δρόμο για την κρίση δανεισμού και τελικά το Μνημόνιο.

Το κόστος της δημαγωγίας

Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η εκρηκτική αντίδραση των αγορών από τα τέλη του 2009 δεν οφειλόταν μόνο στο μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος, αλλά κυρίως στο σοκ που προκάλεσε η κατάρρευση της αξιοπιστίας της χώρας.

Η κατάρρευση της αξιοπιστίας δεν είχε μόνο πολιτικές ή συμβολικές συνέπειες. 

Μετέτρεψε την Ελλάδα σε χώρα υψηλού κινδύνου για τις αγορές, εκτόξευσε το κόστος δανεισμού και επιτάχυνε τον αποκλεισμό της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Όταν πλέον κανείς δεν πίστευε τα ελληνικά στοιχεία, κάθε νέα αναθεώρηση λειτουργούσε σαν πολλαπλασιαστής της κρίσης.


Το άρθρο έχει βασιστεί στο κεφάλαιο «Περί αξιοπιστίας», του βιβλίου Από το μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία, 1980 - 2015: Δημαγωγία και μοιραίες επιλογές, Εκδόσεις Παπαδόπουλος.