Μόνο
που κάπου ανάμεσα στις μεγάλες εξαγγελίες, στα ρεκόρ, στα εγκαίνια και στις
πανηγυρικές δηλώσεις, ξεχνάμε κάτι στοιχειώδες: ο Τουρισμός δεν είναι μόνο
αεροδρόμια, ξενοδοχεία και –«αόρατες»-καμπάνιες. Είναι και ο δρόμος που θα
περπατήσει ο επισκέπτης το βράδυ. Είναι ο κάδος που δεν ξεχειλίζει. Είναι το
πάρκινγκ που υπάρχει. Είναι ο φωτισμός που λειτουργεί. Είναι το πεζοδρόμιο, η
καθαριότητα, η αποχέτευση, το νερό, η κυκλοφορία, η εικόνα του τόπου.
Και
εκεί η εικόνα της Ελλάδας είναι, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, απογοητευτική.
Δεν
μιλάμε μόνο για μικρά νησιά ή απομακρυσμένες περιοχές. Μιλάμε για κορυφαίους
ελληνικούς προορισμούς, με εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια επισκέπτες,
όπου η καθημερινότητα θυμίζει πολλές φορές χώρα που αιφνιδιάστηκε από τον
τουρισμό. Μόνο που δεν αιφνιδιαστήκαμε. Εδώ και δεκαετίες ξέρουμε ότι ο
Τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας.
Κι
όμως, εξακολουθούμε να λειτουργούμε με τη λογική ότι «η Ελλάδα είναι μαγαζί γωνία,
εδώ θα έρθει ο τουρίστας ό,τι κι αν γίνει».
Αυτό
είναι ίσως το πιο επικίνδυνο λάθος απ’ όλα.
Τα
πρώτα καμπανάκια υπάρχουν ήδη για τον ελληνικό Τουρισμό
Τα
στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούνιο δεν λένε ότι ο ελληνικός
τουρισμός καταρρέει. Το αντίθετο: στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ταξιδιωτικές
εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 14,8% και η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση κατά
15,4%. Όμως ο Ιούνιος έστειλε ένα μήνυμα που θα ήταν λάθος να αγνοηθεί.
Οι
αφίξεις αυξήθηκαν κατά 6,9%, αλλά οι ταξιδιωτικές εισπράξεις μόλις
κατά 1,2%, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 6,2%.
Αυτό
ακριβώς πρέπει να μας απασχολήσει.
Γιατί
το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι να φέρνουμε συνεχώς περισσότερο κόσμο για να
εισπράττουμε αναλογικά λιγότερα. Ούτε να θεωρούμε επιτυχία μόνο τον αριθμό των
αφίξεων, όταν ο επισκέπτης αρχίζει να περιορίζει την κατανάλωσή του ή να
αναρωτιέται εάν αυτό που πλήρωσε ανταποκρίνεται σε αυτό που τελικά βρήκε.
Το
2025 ο ελληνικός τουρισμός έφτασε σε ταξιδιωτικές εισπράξεις 23,6 δισ.
ευρώ, με το Νότιο Αιγαίο να έχει το μεγαλύτερο μερίδιο τόσο στις εισπράξεις όσο
και στις διανυκτερεύσεις.
Όταν
λοιπόν μιλάμε για τέτοια μεγέθη, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις βασικές
υποδομές σαν πολυτέλεια.
Δεν
ζητά κανείς να γίνει το λιμάνι της Σαντορίνης σε μία νύχτα
Να
είμαστε δίκαιοι.
Κανείς
σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να απαιτήσει να γίνουν τεράστια έργα υποδομής από
τη μια μέρα στην άλλη.
Η
αναβάθμιση των περιφερειακών αεροδρομίων μετά
την παραχώρησή τους τους χρειαζόταν χρόνο. Και έγινε. Και σήμερα η διαφορά
είναι τεράστια.
Οι
μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι της χώρας χρειάστηκαν δεκαετίες, τεράστια κεφάλαια,
απαλλοτριώσεις και σύνθετες διαδικασίες. Σήμερα, με σημαντική εξαίρεση τον ΒΟΑΚ
που παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα, η Ελλάδα έχει κάνει πραγματικά άλματα στο
οδικό της δίκτυο.
Το
ίδιο μπορεί κανείς καλόπιστα να δεχθεί και για το περίφημο νέο λιμάνι της
Σαντορίνης, το οποίο έχει εξαγγελθεί ακόμη και από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό.
Ένα τέτοιο έργο απαιτεί μελέτες, αδειοδοτήσεις, περιβαλλοντικές εγκρίσεις,
χρηματοδότηση και χρόνο ωρίμανσης.
Όλα
αυτά τα καταλαβαίνουμε.
Αυτό
που δεν μπορεί να καταλάβει κανείς είναι κάτι πολύ απλούστερο.
Δυο
κολώνες φωτισμού, διάολε
Όταν
σε πολλούς πιο όμορφους και εμβληματικούς προορισμούς της Ελλάδας οι επισκέπτες
αναγκάζονται να περπατούν με τον φακό του κινητού τους τη νύχτα, επειδή
δεν υπάρχει στοιχειώδης δημόσιος φωτισμός, αυτό δεν είναι «μεγάλο έργο».
Όταν
ένας δρόμος που μετά βίας χωράει ένα αυτοκίνητο λειτουργεί στην πράξη ως δρόμος
διπλής κατεύθυνσης, δημιουργώντας καθημερινά μποτιλιάρισμα και επικίνδυνες
καταστάσεις, δεν χρειάζεται μελέτη δεκαετίας για να βρεθεί μια λύση.
Όταν
δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχειωδώς οργανωμένο υπαίθριο πάρκινγκ, την ώρα που
δεκάδες χιλιάδες αυτοκίνητα και ενοικιαζόμενα οχήματα κυκλοφορούν στην περιοχή,
δεν μπορούμε να επικαλούμαστε πάντοτε το κράτος, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη
γραφειοκρατία και την κλιματική αλλαγή.
Κάποια
πράγματα είναι δουλειά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Και
κάποια πράγματα είναι απλώς θέμα στοιχειώδους νοικοκυροσύνης.
Δυο
κολώνες φωτισμού, διάολε. Ένα πάρκινγκ. Μια στοιχειώδης σήμανση. Ένας καθαρός
δρόμος.
Αυτά
δεν χρειάζονται εθνικό στρατηγικό σχέδιο.
Και
πάνω απ’ όλα, τα σκουπίδια
Υπάρχει
όμως ένα ζήτημα που προσωπικά θεωρώ ακόμη πιο εξοργιστικό: τα σκουπίδια.
Ο
μεγάλος, διαχρονικός καρκίνος της ελληνικής καθημερινότητας.
Σκουπίδια
γύρω από κάδους. Ξεχειλισμένοι κάδοι μέσα στην τουριστική περίοδο. Σακούλες
στις άκρες των δρόμων. Χαρτιά, πλαστικά και μπουκάλια στα πρανή. Εικόνες που
συναντά ο επισκέπτης λίγα μέτρα μακριά από ξενοδοχεία εκατοντάδων ευρώ τη
βραδιά.
Και
μετά συζητάμε για «premium destination».
Ποιο
premium destination;
Μπορεί
ένα ξενοδοχείο να έχει επενδύσει 50 ή 100 εκατομμύρια ευρώ, να διαθέτει
εξαιρετική αρχιτεκτονική, κορυφαίο service και ιδιωτικές πισίνες. Αν όμως ο
πελάτης βγαίνοντας από την πύλη του ξενοδοχείου συναντά σκουπίδια, σκοτάδι,
λακκούβες και κυκλοφοριακό χάος, αυτό που αξιολογεί τελικά είναι ο
προορισμός συνολικά.
Το
ξενοδοχείο δεν λειτουργεί σε γυάλα.
Και
αυτό είναι ένα από τα προβλήματα που συστηματικά αρνούμαστε να καταλάβουμε.
Τα
Ζαγοροχώρια δείχνουν ότι γίνεται
Βρέθηκα
φέτος για λίγες ημέρες στα Ζαγοροχώρια.
Και
μου έκανε εντύπωση μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια. Σε μια τεράστια ορεινή
περιοχή, με δεκάδες χωριά, δύσκολο ανάγλυφο και μεγάλες αποστάσεις, ακόμη και
οι κάδοι απορριμμάτων σε πολλά σημεία είναι τοποθετημένοι μέσα σε καλαίσθητα
ξύλινα πλαίσια, ώστε να μην προσβάλλουν την εικόνα του τοπίου.
Δεν
έλυσε αυτό όλα τα προβλήματα των Ζαγοροχωρίων.
Δείχνει
όμως κάτι πολύ σημαντικό: ότι κάποιος νοιάστηκε.
Κάποιος
σκέφτηκε ότι ο δημόσιος χώρος αποτελεί μέρος της εμπειρίας του κατοίκου και του
επισκέπτη. Ότι η αισθητική δεν σταματά στην πόρτα του ξενοδοχείου. Ότι ένας
προορισμός πρέπει να δείχνει πως σέβεται τον εαυτό του.
Γιατί
λοιπόν κάτι τόσο απλό μπορεί να γίνει σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου και
θεωρείται ακατόρθωτο σε προορισμούς που διαχειρίζονται τεράστιους τουριστικούς
τζίρους;
Με
τι ακριβώς ασχολούνται οι δήμοι;
Αυτό
είναι το ερώτημα που πρέπει κάποια στιγμή να τεθεί χωρίς περιστροφές.
Οι
τοπικές κοινωνίες και οι δημοτικές αρχές με τι ακριβώς ασχολούνται;
Δεν
περιμένω από έναν δήμαρχο να κατασκευάσει αερογέφυρα που θα συνδέει τις δύο
άκρες ενός νησιού.
Δεν
περιμένω να φτιάξει αεροδρόμιο.
Δεν
περιμένω να λύσει μόνος του το ενεργειακό πρόβλημα μιας Περιφέρειας.
Περιμένω
όμως να μαζεύει τα σκουπίδια.
Περιμένω
να φωτίσει τα επικίνδυνα σημεία.
Περιμένω
να οργανώσει την κυκλοφορία.
Περιμένω
να δημιουργήσει δύο χώρους στάθμευσης εκεί όπου κάθε καλοκαίρι επικρατεί χάος.
Περιμένω
να υπάρχει μια στοιχειώδης καθαριότητα στις εισόδους των οικισμών και στις
παραλίες.
Περιμένω
να περπατά ένας άνθρωπος το βράδυ χωρίς να κινδυνεύει να πέσει σε χαντάκι.
Αν
ούτε αυτά μπορούν να γίνουν, τότε για ποια τουριστική ανάπτυξη συζητάμε;
Δεν
γίνεται να ζητάμε συνεχώς περισσότερα ξενοδοχεία πάνω στις ίδιες υποδομές
Υπάρχει
και μία ακόμη μεγάλη αντίφαση.
Σε
πολλούς προορισμούς συνεχίζουμε να συζητάμε για νέες κλίνες, νέες επενδύσεις,
καινούργια πεντάστερα και μεγαλύτερες τουριστικές ροές.
Και
καλώς γίνονται οι επενδύσεις.
Αλλά
πάνω σε ποιες υποδομές θα στηριχθούν;
Σε
ποιο οδικό δίκτυο;
Σε
ποια αποχέτευση;
Σε
ποιο σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων;
Με
ποια αποθέματα νερού;
Με
πόσες θέσεις στάθμευσης;
Με
ποια δυνατότητα των τοπικών υπηρεσιών να εξυπηρετήσουν πολλαπλάσιο πληθυσμό τον
Ιούλιο και τον Αύγουστο;
Δεν
μπορεί μια περιοχή 10.000 μόνιμων κατοίκων να γίνεται κάθε Αύγουστο περιοχή
100.000 ανθρώπων και οι βασικές της υποδομές να παραμένουν σχεδιασμένες για
τους 10.000.
Αυτό
δεν είναι ανάπτυξη.
Είναι
διαρκής υπερφόρτωση.
Ο
τουρίστας δεν μας χρωστάει τίποτα
Και
εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε.
Ο
τουρίστας δεν μας χρωστάει τίποτα.
Δεν
έχει καμία υποχρέωση να έρθει στην Ελλάδα επειδή έχουμε Σαντορίνη, Μύκονο,
Ρόδο, Κρήτη, Κέρκυρα ή Ακρόπολη.
Δεν
είναι υποχρεωμένος να ανέχεται κάθε χρόνο υψηλότερες τιμές επειδή «η Ελλάδα
είναι Ελλάδα».
Δεν
είναι υποχρεωμένος να πληρώνει 300 και 500 ευρώ το δωμάτιο και μετά να περπατά
μέσα στα σκουπίδια ή στο απόλυτο σκοτάδι.
Η
Τουρκία θεωρούσε για χρόνια ότι το μεγάλο πλεονέκτημά της, το value for money,
ήταν περίπου αυτονόητο. Σήμερα βλέπει αυτό το πλεονέκτημα να περιορίζεται και
ήδη καταγράφει αντιδράσεις από σημαντικές αγορές.
Γιατί
πιστεύουμε εμείς ότι έχουμε κάποιο αιώνιο συμβόλαιο με τον παγκόσμιο ταξιδιώτη;
Δεν
έχουμε.
Η
Μεσόγειος είναι γεμάτη ανταγωνιστές. Και συνεχώς προστίθενται νέοι.
Ο
ιδιωτικός τομέας έχει τρέξει πολύ πιο γρήγορα από το Δημόσιο
Ας
το πούμε και αυτό.
Τα
τελευταία χρόνια το ελληνικό ξενοδοχειακό προϊόν έχει κάνει τεράστια άλματα.
Δισεκατομμύρια
έχουν επενδυθεί σε νέες μονάδες, ανακαινίσεις, repositioning, ενεργειακές
αναβαθμίσεις, γαστρονομία, wellness και νέες εμπειρίες.
Τα
περιφερειακά αεροδρόμια έχουν αλλάξει εικόνα.
Νέες
αεροπορικές συνδέσεις ανοίγουν συνεχώς.
Τα
ξενοδοχεία ανεβαίνουν κατηγορία.
Και
πολλές φορές ο επισκέπτης περνάει από ένα σύγχρονο αεροδρόμιο, φτάνει σε ένα
εξαιρετικό ξενοδοχείο και ανάμεσα στα δύο συναντά μια Ελλάδα που μοιάζει
να έχει μείνει είκοσι χρόνια πίσω.
Αυτή
η απόσταση δεν μπορεί να συνεχίσει να μεγαλώνει.
Γιατί
κάποια στιγμή θα συμπαρασύρει και το καλό κομμάτι του προϊόντος.
Θέλουμε
τουρισμό; Ας φερθούμε σαν τουριστική χώρα
Η
Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερο τουρισμό.
Χρειάζεται καλύτερα
διαχειριζόμενο τουρισμό.
Χρειάζεται
επενδύσεις στις μεγάλες υποδομές, ασφαλώς. Λιμάνια, ΒΟΑΚ, ύδρευση, αποχέτευση,
διαχείριση απορριμμάτων, ενέργεια.
Αλλά
παράλληλα χρειάζεται κάτι πολύ πιο απλό και ίσως πιο δύσκολο: να
λειτουργούν τα βασικά.
Να
είναι καθαρός ο δρόμος.
Να
ανάβει η λάμπα.
Να
υπάρχει κάδος και να αδειάζει.
Να
μπορεί να παρκάρει ένα αυτοκίνητο.
Να
υπάρχει πεζοδρόμιο.
Να
υπάρχει τάξη.
Να
υπάρχει στοιχειώδης σεβασμός στον δημόσιο χώρο.
Γιατί
τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού μπορεί να μην είναι ότι
μας λείπει άλλο ένα μεγάλο masterplan.
Μπορεί
να είναι ότι ακόμη δεν έχουμε μάθει να κάνουμε καλά τα αυτονόητα.
Και
μέχρι να το καταλάβουμε, θα εξακολουθούμε να ζητάμε περισσότερους τουρίστες,
περισσότερα έσοδα και περισσότερες επενδύσεις, αφήνοντας τους ίδιους ανθρώπους
που προσκαλούμε να περπατούν με τον φακό του κινητού ανάμεσα σε σκουπίδια.
του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη
