Η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Μαργαρίτη Σχοινά παρουσιάστηκε ως μια συζήτηση για την «επόμενη ημέρα» της ελληνικής γεωργίας: Σχέδια Βελτίωσης, χρηματοδοτικά εργαλεία, αρδευτικά έργα, ψηφιοποίηση των ενισχύσεων και σύνδεση της παραγωγής με την εξωστρέφεια, τον τουρισμό και τη γαστρονομία.

Όλα αυτά αφορούν πράγματι μια Πιερία με ισχυρή πρωτογενή παραγωγή και σημαντικό τουριστικό αποτύπωμα. Η πραγματική συζήτηση, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν οι γενικές διακηρύξεις. Γιατί η σημερινή πραγματικότητα για σημαντικό μέρος του αγροτικού κόσμου της Πιερίας είναι δύσκολη.

Οι παραγωγοί έχουν ζήσει καθυστερήσεις και άνισες αποζημιώσεις, ενώ το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα πιέζουν ακόμη περισσότερο το εισόδημά τους, την ώρα που η προσαρμογή της αγροτικής πολιτικής στην κλιματική κρίση παραμένει πιο αργή από την ίδια την κλιματική αλλαγή.

Το ίδιο ισχύει για το νερό. Στην Πιερία δεν είναι μόνο ζήτημα άρδευσης, αλλά συνολικής διαχείρισης ενός κρίσιμου φυσικού πόρου, αντιπλημμυρικής προστασίας και ανθεκτικότητας των καλλιεργειών. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για νέα έργα άρδευσης και «καλύτερη διαχείριση του νερού», το ζητούμενο είναι εάν υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός για την Πιερία, με προτεραιότητες, χρονοδιαγράμματα και έργα.

Υπάρχει ακόμη η μυδοκαλλιέργεια του Μακρυγιάλου. Ένας εξαγωγικός κλάδος που έχει πληγεί επανειλημμένα από την αύξηση της θερμοκρασίας των θαλάσσιων υδάτων και εξακολουθεί να περιμένει λύσεις για θεσμικές και οργανωτικές εκκρεμότητες που χρονίζουν.

Και υπάρχει η κτηνοτροφία, που τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται από διαδοχικές επιζωοτίες (από την πανώλη και την ευλογιά έως τον αφθώδη πυρετό). Η υποχρεωτική θανάτωση ενός κοπαδιού μπορεί να σημαίνει την απώλεια δουλειάς δεκαετιών και ολόκληρου του σχεδίου ζωής μιας οικογένειας. Η Πολιτεία οφείλει να επενδύσει στην πρόληψη, στις επαρκώς στελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες και στην άμεση στήριξη των πληγέντων.

Αν θέλουμε, λοιπόν, πραγματικά οι νέοι να παραμείνουν στον πρωτογενή τομέα, πρέπει πρώτα να μπορούν να πιστέψουν ότι η Πολιτεία θα βρίσκεται δίπλα τους όταν έρθει η κρίση. Κι εδώ έρχεται το, εξίσου, κρίσιμο ζήτημα: η εμπιστοσύνη. Στην Πιερία ο υπουργός είπε κάτι αυτονόητο αλλά ουσιώδες: ότι τα χρήματα του αγροτικού κόσμου πρέπει να φτάνουν σε εκείνους που πραγματικά παράγουν. Η δήλωση αυτή, όμως, ειπώθηκε λίγες ημέρες μετά τη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για το άρθρο 74 του νέου νόμου για τον αγροτικό τομέα και τον Αλιευτικό Κώδικα. Η διάταξη αφορά αναδρομικά τις Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης της περιόδου 2018–2022, περίοδο που συμπίπτει με υποθέσεις που βρίσκονται στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», χαρακτήρισε τη διάταξη «ασπίδα αμνηστίας» που μπορεί να λειτουργήσει ως εκ των υστέρων προστασία για πρόσωπα που ελέγχονται στο πλαίσιο της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ.

Μετά τις αντιδράσεις προστέθηκαν στη διάταξη αναφορές στη νομιμότητα της χρήσης των εκτάσεων και ο υπουργός διαβεβαιώνει ότι κανένας έλεγχος δεν σταματά. Οι διαβεβαιώσεις αυτές μένει να επιβεβαιωθούν στην πράξη.

Δεν λείπουν από την Πιερία ούτε οι άνθρωποι που θέλουν να παράγουν ούτε οι δυνατότητες. Αυτό που λείπει είναι μια αγροτική πολιτική που δεν θα μετρά την επιτυχία της από το ύψος των προγραμμάτων που ανακοινώνει, αλλά από το αποτέλεσμα που αφήνει στον τόπο: από το εάν ο κτηνοτρόφος μπορεί να ξαναστήσει το κοπάδι του, ο παραγωγός να αποζημιώνεται όταν καταστρέφεται η σοδειά του, ο μυδοκαλλιεργητής να συνεχίζει να δραστηριοποιείται σε ένα περιβάλλον που αλλάζει, το νερό να διαχειρίζεται με σχέδιο και οι αγροτικές ενισχύσεις να καταλήγουν πράγματι σε εκείνους που παράγουν.

Αν αυτό εννοούμε όταν μιλάμε για την «επόμενη ημέρα» της γεωργίας, τότε είναι μια συζήτηση που αξίζει να γίνει. Αλλά για να υπάρξει πραγματικά επόμενη ημέρα, πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της σημερινής — και όσα από τη χθεσινή παραμένουν άλυτα.